...σύμφωνα με τον J. PREVERT
Το όνειρο είναι δημιούργημα της φαντασίας και συντελεί να ξεχνούμε τα βάσανα της υπάρχουσας ζωής που βιώνουμε και πιθανόν να μην είναι αρεστή. Έτσι λοιπόν όταν ονειρεύεσαι, προχωρείς σε κάτι που αγγίζει πολλές φορές τα όρια του απραγματοποίητου, της υπερβολής αλλά το οποίο τρέφει τη ψυχή σου με συναισθήματα και το μυαλό σου με διεξόδους φυγής μακριά από τη ζωή την συμβατική που καθορίζει «τι πρέπει να πράξεις και τι δεν πρέπει», «τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται».
Έτσι λοιπόν ο μικρός Michel Morin στην ποιητική συλλογή l’ Οpéra de la lune του Prévert ονειρευόταν όταν υπήρχε φεγγάρι και ήταν ευχαριστημένος. Χαμογελούσε πολύ συχνά το βράδυ όταν κοιμόταν. Το φεγγάρι για τον μικρό Michel ήταν ο φίλος του και αν ακόμα δεν εμφανιζόταν κάποια φορά, ο μικρός έκλεινε τα μάτια του και ονειρευόταν το μυστήριο που γεννούσε η παρουσία του μα και η απουσία του.
Περιπλανώμενος λοιπόν κανείς με το όνειρό του κάπου αλλού δεν πρέπει ποτέ να μεταφέρει τα προβλήματα που ζει στην πραγματική ζωή του διότι τότε χάνει την χαρά του ονείρου.
«Τι ζυγίζει πιο βαρύ,
ένα κιλό μολύβι μέσα
στο κεφάλι
ή
ένα κιλό φτερά στο μαξιλάρι μας
όταν ονειρευόμαστε;»
λέει ο Prévert.ένα κιλό μολύβι μέσα
στο κεφάλι
ή
ένα κιλό φτερά στο μαξιλάρι μας
όταν ονειρευόμαστε;»
Όσο θα υπάρχει η παρουσία των παιδιών στην ζωή τόσο το όνειρο και η φαντασία τους θα δημιουργεί εικόνες και χρώματα χαρούμενα που θα στολίζουν με ξενοιασιά την καθημερινότητά μας.
Ο Prévert στο ποίημά του le cancre παρουσιάζει τον μαθητή που έχει αρνητική συμπεριφορά στο κάθε τι που του περιορίζει την ελευθερία να ονειρεύεται όπως: οι αριθμοί, οι λέξεις, οι ημερομηνίες, τα ονόματα, οι καθιερωμένες φράσεις που οδηγούν στην απομνημόνευση και στην στείρα υπαγόρευση ενός δασκάλου που επιδιώκει τους κανόνες, τις δεσμεύσεις και την διαδοχή μιας παγιωμένης διδασκαλίας που στερεί τελικά τη χαρά της ελεύθερης σκέψης, της δημιουργίας και της ικανοποίησης του μαθητή.
Σύμφωνα με τον Prévert ο μαθητής λέει:
«όχι με μια κίνηση του κεφαλιού του
αλλά λέει ναι με την καρδιά του
σε ό,τι αυτός αγαπά και του αρέσει
λέει όχι στον δάσκαλο
στέκεται όρθιος
τον ρωτούν
και όλα τα προβλήματα παρουσιάζονται
Μα ξαφνικά
ένα τρελό γέλιο τον πιάνει
και όλα τα σβήνει
αριθμούς, λέξεις, ημερομηνίες,
ονόματα, φράσεις και παρ’ όλες
τις απειλές του δασκάλου του
και κάτω από τα γιουχαΐσματα
των επιμελών μαθητών
με τις κιμωλίες όλων των χρωμάτων
πάνω στο μαύρο πίνακα
της δυστυχίας
(της υπάρχουσας ζωής)
σχεδιάζει το πρόσωπο της χαράς»
(που πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μας)
αλλά λέει ναι με την καρδιά του
σε ό,τι αυτός αγαπά και του αρέσει
λέει όχι στον δάσκαλο
στέκεται όρθιος
τον ρωτούν
και όλα τα προβλήματα παρουσιάζονται
Μα ξαφνικά
ένα τρελό γέλιο τον πιάνει
και όλα τα σβήνει
αριθμούς, λέξεις, ημερομηνίες,
ονόματα, φράσεις και παρ’ όλες
τις απειλές του δασκάλου του
και κάτω από τα γιουχαΐσματα
των επιμελών μαθητών
με τις κιμωλίες όλων των χρωμάτων
πάνω στο μαύρο πίνακα
της δυστυχίας
(της υπάρχουσας ζωής)
σχεδιάζει το πρόσωπο της χαράς»
(που πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μας)
Σ’ ένα άλλο ποίημα του Prévert Page d’ écriture, ο δάσκαλος σημειώνει στον
πίνακα δύο και δύο τέσσερα, τέσσερα και τέσσερα οκτώ, οκτώ και οκτώ δεκαέξι και
ζητά να το διαβάσουν και να το επαναλάβουν οι μαθητές του.
Αλλά ο μαθητής του Prévert προτιμά τη συντροφιά ενός πουλιού που έρχεται στη
φαντασία του και τον προσκαλεί να αποδράσουν και ο μαθητής απεγνωσμένα ζητά τη
διάσωσή του απ’ αυτό τον κόσμο των στείρων υπολογισμών.
«Το παιδί κρύβει το πουλί
στο αναλόγιό του
και όλα τα παιδιά
ακούνε το τραγούδι του
και όλα τα παιδιά
ακούνε τη μουσική
……………………..
και το πουλί παίζει
και το παιδί τραγουδάει
και ο δάσκαλος φωνάζει
Μα η φαντασία του παιδιού βλέπει τους
«τοίχους της τάξης να καταρρέουν σιγά-σιγά
και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα αναλόγια ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται βράχος
ο κονδυλοφόρος ξαναγίνεται πουλί».
στο αναλόγιό του
και όλα τα παιδιά
ακούνε το τραγούδι του
και όλα τα παιδιά
ακούνε τη μουσική
……………………..
και το πουλί παίζει
και το παιδί τραγουδάει
και ο δάσκαλος φωνάζει
Μα η φαντασία του παιδιού βλέπει τους
«τοίχους της τάξης να καταρρέουν σιγά-σιγά
και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα αναλόγια ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται βράχος
ο κονδυλοφόρος ξαναγίνεται πουλί».
Στο ποίημα en sortant de l’ école του Prévert, ο μαθητής, όταν βγαίνει από το
σχολείο, τον χώρο που του στερεί το όνειρο και τη φαντασία, ελευθερώνεται από τα
δεσμά της φυλάκισης του πνεύματός του και ζει το όνειρο της χαράς, του
παιχνιδιού, της μαγείας και της ονειροπόλησης
«...συναντά τον σιδηρόδρομο
που οδηγεί αυτόν και τους συμμαθητές του
γύρω από τη γη μέσα σ’ ένα βαγόνι
επιχρυσωμένο.
Συναντούν το φεγγάρι και τον ήλιο
σ' ένα ιστιοπλοϊκό πλοίο
που φεύγει για την Ιαπωνία
Επανερχόμενοι πάνω στη γη
συναντούν πάνω στις γραμμές
του σιδηροδρόμου
ένα σπίτι που δραπετεύει
γύρω από τη γη
γύρω από τη θάλασσα
μπροστά στο χειμώνα
που τελικά τον συνθλίβουν
και το σπίτι σταματά να τρέχει
και η άνοιξη τους χαιρετά
Είναι αυτή ο φύλακας της
διάβασης του σιδηροδρόμου
και τους ευχαριστεί
και όλα τα λουλούδια της γης
ξαφνικά ανθίζουν αδιακρίτως
πάνω στις γραμμές του σιδηροδρόμου
που δεν ήθελε πια να προχωρήσει
από φόβο μη τα καταστρέψει».
Όπως ο Άμλετ του Σαίξπηρ αναρωτιέται «να ζω ή να μη ζω» όταν αναλογίζεται την
οικογενειακή του συμφορά, έτσι και ο Prévert στο ποίημά του “l’ accent grave”
παρουσιάζει τον δάσκαλο να ζητά από τον μαθητή να του κλίνει το ρήμα «είμαι» και
ο μαθητής του απαντάει
«Είμαι ή δεν είμαι εντός της τάξης
Είμαι όπου δεν είμαι
Είμαι ή δεν είμαι στα σύννεφα»
Ζει τελικά το δικό του αγαπημένο όνειρο, με το σώμα του να είναι παρόν αλλά με
το πνεύμα του απόν από κάθε τι που τον στεναχωρεί, τον πλήττει και με τον τρόπο
του αρνιέται τους κανόνες της ζωής και τους ανθρώπους που είναι “chauves à l’
intérieur de la tête”, δηλαδή, κενοί στο βάθος του μυαλού τους διότι αντιγράφουν
τη ζωή όπως την βρήκαν χωρίς να την αλλάξουν με τη δημιουργία του ονείρου και
της φαντασίας τους.
Το όνειρο λοιπόν είναι ο πιο μεγάλος μηχανισμός άμυνας απέναντι στους θεσμούς
όπως: το σχολείο, η οικογένεια, ο στρατός, η θρησκεία και η πολιτική εξουσία.
Η παιδική ηλικία χαρακτηρίζεται από αθωότητα, λειτουργία ενστίκτου και
αυθορμητισμού, χαρίσματα μοναδικά που οδηγούν στην δημιουργία ενός κόσμου
μαγικού όπου το παιδί αισθάνεται ελεύθερο, ωραίο και χαρούμενο, του οποίου η
ψυχή δεν πειθαρχεί αλλά η καρδιά του είναι τρυφερή και η προσωπικότητά του
γίνεται όλο και πιο ισχυρή από τα αισθήματα, τους φόβους και τις εμπειρίες που
γνωρίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου